- λυκοφόρος
- λῠκο-φόρος, ον,A branded with the mark of a wolf, name of a swift breed of Venetian horses (cf.
λυκοσπάς 11
), Str.5.1.9.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
λυκοσπάς 11
), Str.5.1.9.Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
λυκοφόρος — λυκοφόρος, ον (Α) αυτός που φέρει εγκεκαυμένο στο δέρμα του σήμα λύκου («τὸν δέ... καυτηριάσαι τε τὰς ἵππους λύκον καὶ κληθῆναι λυκοφόρους», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λύκος + φόρος (< φέρω)] … Dictionary of Greek
λυκοφόροι — λυκοφόρος branded with the mark of a wolf masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λυκοφόρους — λυκοφόρος branded with the mark of a wolf masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λυκοσπάς — λυκοσπάς, άδος, ὁ, ἡ (Α) 1. κατασπαραγμένος από λύκους 2. επίθετο τών μελισσών οι οποίες εκκολάπτονται πάνω στα πτώματα τών βοδιών που κατασπαράχθηκαν από λύκους 3. (για ίππο) αυτός που σύρεται με λύκο, δηλ. με σιδερένιο άγκιστρο που βρίσκεται… … Dictionary of Greek
λύκος — I (Βοτ.). Κοινή ονομασία του φυτικού γένους Orobanche της οικογένειας των οροβαγχιδών. Τα φυτά αυτά, που είναι γνωστά και με την κοινή ονομασία λυκόχορτα, είναι δικοτυλήδονα φυτά που αναπτύσσονται ως παράσιτα. Έχουν παχύ, σαρκώδη βλαστό, χωρίς… … Dictionary of Greek